Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ...



ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ….


Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Σε τούτο το άνυδρο τοπίο, φωνάζει το Εγώ μου
Σπάζεται με τη μοναξιά. Δεν αντέχει άλλο. Θέλει να τα διαλύσει
Όλα να τα καταστρέψει, να τα φοβερίσει, να τα κάνει αλλιώς
Διότι αλλαγή θέλει τούτος ο τόπος.
Κατηφορίζω τους καμένους λόφους της Νέας Εκάλης. Πιο κάτω στη
Θάλασσα πλατιά, η κωμόπολη του Χαλκουτσίου, ευτυχώς ότι πράσινο
Υπήρχε εκεί –παραμένει. «Μέχρι νεωτέρας» ειρωνεύεται ο Μπάμπης.
Κατηφορίζω και κοιτάζω τα βουνά της Ευβοίας. Πουθενά το χιόνι
Στις σκληροτράχηλες ράχες τους, στέναξαν τα βουνά κι εκεί
Όπως παντού. Σε αυτή τη χώρα παρανάλωμα της τρέλας της αφασίας.
Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Αλλαγή. Αλλαγή. Παντού αλλαγή…
«από πού να πρωταρχίσει κανείς» αναρωτιέται ο Στέφανος με το δίκιο του
Όλα διαλυμένα. Όλα παρατημένα. Δεν υπάρχει Θεός για αυτά.
Οι άνθρωποι ξέχασαν τι εστί σπονδή. Το κρασί ή το νερό που χύνεις στο χώμα
Και που δεν επιστρέφεται στο σκεύος –σαν την υπόσχεση που δίνεις.
Υποσχέσεις που «δεν επιστρέφονται». Δεν τις αναιρείς. Η επιορκία δεν είναι μακριά.
«δεν υπόσχομαι τίποτα» ξεκαθαρίζουν οι άνθρωποι σήμερα «είμαι ο κανένας»
Και τελειώνουν εκεί. Και αποστρέφουν το κεφάλι. Και πίνουν μια γουλιά ουρανό
Με τα κουρασμένα πνευμόνια τους. Όλα τελείωσαν (?). αναστενάζουν
Κακό του κεφαλιού τους και καλά να πάθουμε, μοιρολογούν…
Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Το ηλιοβασίλεμα έρχεται. Θα απαλύνει τον πόνο. Θα απαλύνει το τοπίο
Δεν θα φωνάζει πια. Δεν θα κραυγάζει τη μηδαμινότητα του και το σπασμένο χώμα
Θα’ ναι σαν να μην υπάρχει. Τα μάτια μας θα στρέφονται εκεί, όχι στο σπασμένο χώμα
Που διψάει βρόχινο νερό. Διψάει για αλλαγή καιρού. Για λίγη ελπίδα
Πως ήρθαμε εδώ; Ποιοι είμαστε; Που πηγαίνουμε;
Γίναμε άνθρωποι με Α κεφαλαίο ή παραμένουμε μηδενικά με μια καρδιά και δυο πόδια;
Έσπασαν όλα. Όλα βγήκαν ψέματα.
Ψέματα ψέματα ψέματα ψέματα
Και κάπου βρίσκεται η αλήθεια. Κατηφορίζω
Κι άλλο στον κάμπο. Βρίσκω κάτι χωράφια με σπαρτά
Δεμένα. Πουθενά ζώα που βόσκουν. Πουθενά άνθρωπος
Αλλαγή. Αλλαγή. Παντού αλλαγή. Το συντομότερο δυνατό!
Διότι ετούτο το χώμα πια, έγινε σκληρό, σαν τη σιωπή. Διψάει. Δεν αντέχει άλλο.
Διψάει για ένα κομμάτι ουρανό που το βαφτίσαμε κάποτε με τ’ όνομά του: ΕΛΠΙΔΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου