Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Είσαι μακριά...
Το σαλόνι χιονισμένο από συναισθήματα
Που το κατακλύζουν. Η ζωή έχει έλεος; Ψάχνεις
το τηλεκοντρόλ να κλείσεις το χαζοκούτι. Γιατί το άνοιξες
Τι να δεις τι έψαχνες δεν θυμάσαι. Απλά άνοιξες ΤιΒι. Έτσι
Από συνήθεια...
Είσαι μακριά.
Σκέφτεσαι τη μορφή της. Το αριστερό σου χέρι μια μίνι --φώτο της.
Εκτυπωμένη κι αυτή. Σχεδόν χλωμή από τα μεγάλα πιξέλ. Προσπαθείς
Να φανταστείς τα υπόλοιπα.
"Είσαι όμορφη" σου ξεφεύγει.
Την ξανακοιτάς. Μια εικόνα παγωμένη από χρόνο και τεχνολογία.
Μιλήσατε κάμποσες φορές. Κάποιες φορές ξεσπούσατε σε γέλια. Άλλες
τσακωνόσασταν. Άλλες σχολιάζατε την επικαιρότητα. Οι ώρες περνούσαν
Μ άυτον τον τρόπο. Απολαυστικά. Γέμιζε ο χρόνος έτσι.
Στο δεξί ένα κινητό. Μόλις πληκτρολόγησες ένα νούμερο.
Απάντηση καμια. "Που είσαι;" αναρωτιέσαι ξανά και ξανά...
Είσαι μακριά.
Τι σου'ναι αυτές οι αποστάσεις;
Γιατί κωλώνεις στη πρωτοβουλία;
Γιατί δεν εκμηδενίζεις τις αποστάσεις;
Με τη ψυχή. Με το Εγώ. Με τα πάντα...
Εκμηδενίζεις αυτό που σε ενοχλεί. Που σε τυρρανάει
Που σε καταπιέζει ως εκεί που δεν πάει άλλο.
Εκμηδενίζεις...
"Μα που είσαι;"
Η καρδιά κάνει κάτι -σαν να διαμαρτύρεται. Δεν είσαι σίγουρος.
Αλλά κάτι συμβαίνει. Κάτι τρέχει. Αδυνατείς
Να το προσδιορίσεις ακριβώς.
Αλλά σου αρέσει -τούτος ο κτύπος. Αυτή η όχληση του αίματος
Εκείνη την βαθιά ώρα της νυκτός.
Μίλα της. Μίλα της. Μίλα της...
Είσαι μακριά.
Αλλά και τόσο κοντά
"Στα ονειρά μου! Στις πεδιάδες τις ολόχρυσες
Της φαντασίας μου..."
Τόσο κοντά...







Στην Α. Β.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ...



ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ….


Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Σε τούτο το άνυδρο τοπίο, φωνάζει το Εγώ μου
Σπάζεται με τη μοναξιά. Δεν αντέχει άλλο. Θέλει να τα διαλύσει
Όλα να τα καταστρέψει, να τα φοβερίσει, να τα κάνει αλλιώς
Διότι αλλαγή θέλει τούτος ο τόπος.
Κατηφορίζω τους καμένους λόφους της Νέας Εκάλης. Πιο κάτω στη
Θάλασσα πλατιά, η κωμόπολη του Χαλκουτσίου, ευτυχώς ότι πράσινο
Υπήρχε εκεί –παραμένει. «Μέχρι νεωτέρας» ειρωνεύεται ο Μπάμπης.
Κατηφορίζω και κοιτάζω τα βουνά της Ευβοίας. Πουθενά το χιόνι
Στις σκληροτράχηλες ράχες τους, στέναξαν τα βουνά κι εκεί
Όπως παντού. Σε αυτή τη χώρα παρανάλωμα της τρέλας της αφασίας.
Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Αλλαγή. Αλλαγή. Παντού αλλαγή…
«από πού να πρωταρχίσει κανείς» αναρωτιέται ο Στέφανος με το δίκιο του
Όλα διαλυμένα. Όλα παρατημένα. Δεν υπάρχει Θεός για αυτά.
Οι άνθρωποι ξέχασαν τι εστί σπονδή. Το κρασί ή το νερό που χύνεις στο χώμα
Και που δεν επιστρέφεται στο σκεύος –σαν την υπόσχεση που δίνεις.
Υποσχέσεις που «δεν επιστρέφονται». Δεν τις αναιρείς. Η επιορκία δεν είναι μακριά.
«δεν υπόσχομαι τίποτα» ξεκαθαρίζουν οι άνθρωποι σήμερα «είμαι ο κανένας»
Και τελειώνουν εκεί. Και αποστρέφουν το κεφάλι. Και πίνουν μια γουλιά ουρανό
Με τα κουρασμένα πνευμόνια τους. Όλα τελείωσαν (?). αναστενάζουν
Κακό του κεφαλιού τους και καλά να πάθουμε, μοιρολογούν…
Ετούτο το χώμα είναι σκληρό, σαν τη σιωπή
Το ηλιοβασίλεμα έρχεται. Θα απαλύνει τον πόνο. Θα απαλύνει το τοπίο
Δεν θα φωνάζει πια. Δεν θα κραυγάζει τη μηδαμινότητα του και το σπασμένο χώμα
Θα’ ναι σαν να μην υπάρχει. Τα μάτια μας θα στρέφονται εκεί, όχι στο σπασμένο χώμα
Που διψάει βρόχινο νερό. Διψάει για αλλαγή καιρού. Για λίγη ελπίδα
Πως ήρθαμε εδώ; Ποιοι είμαστε; Που πηγαίνουμε;
Γίναμε άνθρωποι με Α κεφαλαίο ή παραμένουμε μηδενικά με μια καρδιά και δυο πόδια;
Έσπασαν όλα. Όλα βγήκαν ψέματα.
Ψέματα ψέματα ψέματα ψέματα
Και κάπου βρίσκεται η αλήθεια. Κατηφορίζω
Κι άλλο στον κάμπο. Βρίσκω κάτι χωράφια με σπαρτά
Δεμένα. Πουθενά ζώα που βόσκουν. Πουθενά άνθρωπος
Αλλαγή. Αλλαγή. Παντού αλλαγή. Το συντομότερο δυνατό!
Διότι ετούτο το χώμα πια, έγινε σκληρό, σαν τη σιωπή. Διψάει. Δεν αντέχει άλλο.
Διψάει για ένα κομμάτι ουρανό που το βαφτίσαμε κάποτε με τ’ όνομά του: ΕΛΠΙΔΑ.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

ΜΝΗΜΗ



ΜΝΗΜΗ

Δροσερή πνοή του δειλινού
Πέργκολες με δεμένες κορδέλες
Λησμονημένες αγάπες και
                           Υποσχέσεις του ‘λιοβασιλέματος.
Που είσαι; Που χάθηκες
Όλον αυτόν τον καιρό;

Γράμματα επί γραμμάτων μέσα
Σε κουτί με αραβουργήματα το σχέδιο
                         Και ξεφτισμένες τις άκρες του.
Ίχνη από άοσμα δάκρυα στο χαρτί
Κιτρίνισε – το εναγκάλισμα του Χρόνου
Βλέπεις πως περνάν τα χρόνια
Που είσαι; Που χάθηκες
Όλον αυτόν τον καιρό;

Το όνομά σου μόλις
Που φαίνεται στην άκρη της
Τελευταίας πρότασης
                               –από κάτω
Ένα δάκρυ
                        –το θεσπέσιο ίχνος του
«Σ αφήνω . Δεν μπορώ άλλο. Κατάλαβέ με.»

Η πρόταση σου μου’ δεσε
Κόμπο στο λαιμό –τότε!
Που είσαι; Που χάθηκες
Όλον αυτόν τον καιρό;

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Η ΣΙΩΠΗ



Είναι εκείνες οι στιγμές που δεν έχουν λόγια
Δεν τις περιγράφεις. Δεν λες γι αυτές. Ξέρεις πως υπάρχουν.
Και τις κρατάς για σένα. Είναι οι δικές σου στιγμές.
Δεν τις μοιράζεσαι. Με κανέναν. Για σένα μόνο...
Είναι εκείνες οι στιγμές που δεν έχουν λόγια
Σαν τα άνυδρα τοπία. Κρανίου τόποι όπου παραμονεύει
Δυσοίωνο το αναπόφευκτο. Κάθε λεπτό- κάθε στιγμή. Και όταν βρίσκεσαι εκεί
Νιώθεις έναν κόμπο στο λαιμό σου- η καρδιά σου να συνθλίβεται και εσύ
Να μένεις άλαλος και τρελός. Τρελός από απόγνωση, θλίψη και αβάσταχτο πόνο
Στα σωθικά σου. Άνυδρο τοπίο. Σπασμένο το χώμα. Σαν παζλ. Ένα χαμόκλαδο εδώ
Και εκεί. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Τούτο το μέρος έχει όνομα βαρύ. Λέγεται Σιωπή.
Του ταιριάζει. Που'ναι τα κελαϊδήσματα; Που'ναι ο ήχος του ανέμου, του νερού, της χλόης;
Τίποτα απ' όλα αυτά δεν υπάρχουν. Εδώ και καιρό. Πολύν καιρό...
Όλα τα βαραίνει η αδυσώπητη Σιωπή.
Εγκλωβίζει τις στιγμές. Τις κάνει δικές της. Σου χαμογελάει
Με κακοβουλια. Δεν σου δίνει ελπίδα. Μονο να φεύγεις.
Και να φεύγεις μακριά. Μην σε πνίξει η Σιωπή με το βάρος της. Είναι
βαριά. Πολύ βαριά για να τ' αντέξεις...
Άνυδρο τοπίο. Σπασμένο το χώμα -διψάει. Η ΣΙΩΠΗ...


...